Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'issue
[gender: feminine]
01
έξοδος, αποχωρητήριο
ouverture ou sortie par laquelle on peut quitter un lieu
Παραδείγματα
Ils ont cherché une issue pour quitter le bâtiment.
Αναζήτησαν μια έξοδο για να εγκαταλείψουν το κτίριο.
02
αποτέλεσμα, έκβαση
résultat ou fin d'une situation ou d'un événement
Παραδείγματα
L' issue heureuse a surpris tout le monde.
Το αποτέλεσμα ευτυχές εξέπληξε όλους.



























