Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'Internet
01
διαδίκτυο, δίκτυο
réseau mondial permettant la communication et l'accès à l'information
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
Παραδείγματα
Je navigue sur internet tous les jours.
Περιηγούμαι στο διαδίκτυο κάθε μέρα.



























