l'internet
internet
ɛ̃tɛʁnɛt
eternet
internaute

Ορισμός και σημασία του "internet"στα γαλλικά

01

διαδίκτυο, δίκτυο

réseau mondial permettant la communication et l'accès à l'information 
l'Internet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
Παραδείγματα
Je navigue sur internet tous les jours. 

Περιηγούμαι στο διαδίκτυο κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store