Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interloquer
01
συγχύζω, αφήνω άφωνο
surprendre ou déconcerter quelqu'un au point de le laisser sans voix
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interloque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interloquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interloquerai
ενεστώτα μετοχή
interloquant
παθητική μετοχή
interloqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interloquions
Παραδείγματα
La question inattendue du professeur l'a interloqué.
Η απρόσμενη ερώτηση του δασκάλου τον σύγχυσε.



























