interloquer
interloquer
ɛ̃tɛʁlɔke
eterlawke

Ορισμός και σημασία του "interloquer"στα γαλλικά

interloquer
01

συγχύζω, αφήνω άφωνο

surprendre ou déconcerter quelqu'un au point de le laisser sans voix 
interloquer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interloque
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interloquons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interloquerai
ενεστώτα μετοχή
interloquant
παθητική μετοχή
interloqué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interloquions
Παραδείγματα
La question inattendue du professeur l'a interloqué. 

Η απρόσμενη ερώτηση του δασκάλου τον σύγχυσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store