Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inscrit
01
εγγεγραμμένος, καταχωρημένος
personne ou chose qui est officiellement enregistrée ou enregistrée quelque part
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inscrit
αρσενικό πληθυντικό
inscrits
θηλυκό ενικό
inscrite
θηλυκό πληθυντικό
inscrites
Παραδείγματα
Il est inscrit à l'université depuis l'année dernière.
Είναι εγγεγραμμένος στο πανεπιστήμιο από πέρυσι.



























