ingérer
Pronunciation
/ɛ̃ʒeʀe/

Ορισμός και σημασία του "ingérer"στα γαλλικά

ingérer
01

καταπίνω, απορροφώ

avaler ou absorber de la nourriture ou un médicament
ingérer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ingère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ingérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ingérerai
ενεστώτα μετοχή
ingérant
παθητική μετοχή
ingéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ingérions
Παραδείγματα
Les animaux ingèrent leur nourriture rapidement.
Τα ζώα καταπίνουν το φαγητό τους γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store