Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingérer
01
καταπίνω, απορροφώ
avaler ou absorber de la nourriture ou un médicament
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ingère
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ingérons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ingérerai
ενεστώτα μετοχή
ingérant
παθητική μετοχή
ingéré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ingérions
Παραδείγματα
Les animaux ingèrent leur nourriture rapidement.
Τα ζώα καταπίνουν το φαγητό τους γρήγορα.



























