indéniable
indéniable
ɛ̃denjabl
edenyabl

Ορισμός και σημασία του "indéniable"στα γαλλικά

indéniable
01

αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος

qui ne peut pas être nié ou contesté 
indéniable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus indéniable
συγκριτικός βαθμός
plus indéniable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indéniable
αρσενικό πληθυντικό
indéniables
θηλυκό ενικό
indéniable
θηλυκό πληθυντικό
indéniables
Παραδείγματα
Son talent est indéniable. 

Το ταλέντο του είναι αδιαμφισβήτητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store