Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inestimable
01
ανεκτίμητος, ανυπολόγιστος
impossible à évaluer objectivement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inestimable
αρσενικό πληθυντικό
inestimables
θηλυκό ενικό
inestimable
θηλυκό πληθυντικό
inestimables
Παραδείγματα
La valeur éducative de ce programme est inestimable.
02
ανεκτίμητος, πολύτιμος
dont la valeur excède toute estimation financière
Παραδείγματα
Ces lettres autographes de Napoléon sont inestimables.
Αυτές οι αυτόγραφες επιστολές του Ναπολέοντα είναι ανεκτίμητες.
Λεξικό Δέντρο
inestimable
estimable



























