inestimable
inestimable
inɛstimabl
inestimabl
critiquableinabordableinamourableinéluctable

Ορισμός και σημασία του "inestimable"στα γαλλικά

inestimable
01

ανεκτίμητος, ανυπολόγιστος

impossible à évaluer objectivement 
inestimable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inestimable
αρσενικό πληθυντικό
inestimables
θηλυκό ενικό
inestimable
θηλυκό πληθυντικό
inestimables
Παραδείγματα
Les dégâts écologiques sont inestimables. 
02

ανεκτίμητος, πολύτιμος

dont la valeur excède toute estimation financière 
inestimable definition and meaning
Παραδείγματα
La couronne des rois de France est un joyau inestimable. 

Το στέμμα των βασιλιάδων της Γαλλίας είναι ένα ανεκτίμητο κοσμήμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store