Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'indigestion
[gender: feminine]
01
δυσπεψία, δυσκοιλιότητα
trouble de la digestion causé par un repas trop lourd ou trop copieux
Παραδείγματα
Une bonne tisane peut soulager une indigestion légère.
Ένα καλό τσάι βοτάνων μπορεί να ανακουφίσει μια ήπια δυσπεψία.
02
υπερκατανάλωση, υπερβολική κατανάλωση
action de consommer quelque chose en trop grande quantité
Παραδείγματα
Une indigestion de travail peut mener à l' épuisement.
Μια δυσπεψία εργασίας μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση.



























