Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'imprudence
[gender: feminine]
01
απροσεξία, απερισκεψία
manque de précaution ou d'attention dans les actions
Παραδείγματα
Elle regrette son imprudence d' avoir fait confiance trop vite.
Λυπάται για την απροσεξία της στο ότι εμπιστεύτηκε πολύ γρήγορα.
02
απροσεξία, απερισκεψία
action faite sans réflexion ni précaution
Παραδείγματα
Elle a reconnu son imprudence et a présenté des excuses.
Αναγνώρισε την απροσεξία της και ζήτησε συγγνώμη.



























