l'imprudence
imprudence
ɛ̃pʁydɑ̃s
eprydaas
impudence

Ορισμός και σημασία του "imprudence"στα γαλλικά

01

απροσεξία, απερισκεψία

manque de précaution ou d'attention  dans les actions 
l'imprudence definition and meaning
Παραδείγματα
Son imprudence a causé un grave accident. 

Η απροσεξία του προκάλεσε ένα σοβαρό ατύχημα.

02

απροσεξία, απερισκεψία

action faite sans réflexion ni précaution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son imprudence l'a conduit à prendre une décision risquée. 

Η απερισκεψία του τον οδήγησε να πάρει μια επικίνδυνη απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imprudence
prudence
prud
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store