Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
importer
01
εισάγω
faire entrer des biens ou produits d'un pays étranger dans son pays
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
importe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
importons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
importerai
ενεστώτα μετοχή
important
παθητική μετοχή
importé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
importions
Παραδείγματα
Nous importons des fruits exotiques chaque saison.
Εισάγουμε εξωτικά φρούτα κάθε εποχή.



























