importer
Pronunciation
/ɛ̃.pɔʁ.te/

Ορισμός και σημασία του "importer"στα γαλλικά

importer
01

εισάγω

faire entrer des biens ou produits d'un pays étranger dans son pays
importer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
importe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
importons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
importerai
ενεστώτα μετοχή
important
παθητική μετοχή
importé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
importions
Παραδείγματα
Nous importons des fruits exotiques chaque saison.
Εισάγουμε εξωτικά φρούτα κάθε εποχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store