importer
importer
ɛ̃pɔʁte
epawrte
importuner

Ορισμός και σημασία του "importer"στα γαλλικά

importer
01

εισάγω

faire entrer des biens ou produits d'un pays étranger dans son pays 
importer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
importe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
importons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
importerai
ενεστώτα μετοχή
important
παθητική μετοχή
importé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
importions
Παραδείγματα
L'entreprise importe des produits alimentaires d'Italie. 

Η εταιρεία εισάγει προϊόντα τροφίμων από την Ιταλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store