l'impolitesse
impolitesse
ɛ̃pɔlitɛs
epawlites

Ορισμός και σημασία του "impolitesse"στα γαλλικά

01

αγένεια, αγροικία

comportement ou parole qui manque de respect ou de politesse 
l'impolitesse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son impolitesse a choqué tout le monde. 

Η αγένειά της σόκαρε όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impolitesse
politesse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store