Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'impolitesse
01
αγένεια, αγροικία
comportement ou parole qui manque de respect ou de politesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Son impolitesse a choqué tout le monde.
Η αγένειά της σόκαρε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impolitesse
politesse



























