impatienter
impatienter

Ορισμός και σημασία του "impatienter"στα γαλλικά

impatienter
01

faire naître l'impatience chez quelqu'un , -

impatienter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
Cette attente m'impatiente. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store