Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impatienter
01
faire naître l'impatience chez quelqu'un, -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
avoir
Παραδείγματα
L' absence de réponse m' impatiente.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faire naître l'impatience chez quelqu'un, -