Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'impatience
[gender: feminine]
01
ανυπομονησία, ανησυχία
le sentiment de ne pas pouvoir attendre calmement, le désir que quelque chose arrive vite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L' impatience ne résout rien.
Η ανησυχία δεν λύνει τίποτα.
Λεξικό Δέντρο
impatience
patience
pati



























