impair
Pronunciation
/ɛ̃pˈɛʁ/

Ορισμός και σημασία του "impair"στα γαλλικά

01

μονός

nombre entier qui n'est pas divisible par deux
impair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impair
αρσενικό πληθυντικό
impairs
θηλυκό ενικό
impaire
θηλυκό πληθυντικό
impaires
Παραδείγματα
Cette équation ne fonctionne qu' avec des valeurs impaires.
Αυτή η εξίσωση λειτουργεί μόνο με μονές τιμές.
01

ατόπημα, γκάφα

erreur embarrassante, gaffe sociale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
impairs
Παραδείγματα
Évite les impairs lors de cette soirée importante.
Αποφύγετε τα σφάλματα σε αυτό το σημαντικό πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store