impair
impair
ɛ̃paɛ̯ʁ
epaer

Ορισμός και σημασία του "impair"στα γαλλικά

01

μονός

nombre entier qui n'est pas divisible par deux 
impair definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impair
αρσενικό πληθυντικό
impairs
θηλυκό ενικό
impaire
θηλυκό πληθυντικό
impaires
Παραδείγματα
3 est un nombre impair. 

3 είναι ένας περιττός αριθμός.

01

ατόπημα, γκάφα

erreur embarrassante, gaffe sociale 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
impairs
Παραδείγματα
Il a commis un impair en oubliant le nom du directeur. 

Διέπραξε ένα σφάλμα ξεχνώντας το όνομα του διευθυντή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store