Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imiter
01
μιμούμαι, απομιμούμαι
reproduire le comportement, les actions ou le style de quelqu'un ou de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
imite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
imitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
imiterai
παθητική μετοχή
imité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
imitions
Παραδείγματα
Les artistes imitent souvent les styles des grands maîtres.
Οι καλλιτέχνες συχνά μιμούνται τα στυλ των μεγάλων δασκάλων.
02
μιμούμαι, αντιγράφω
copier pour tromper ou créer une ressemblance
Παραδείγματα
Les enfants imitent souvent les dessins animés qu' ils regardent.
Τα παιδιά συχνά μιμούνται τα κινούμενα σχέδια που βλέπουν.
03
μιμούμαι, απομιμούμαι
s'inspirer de quelque chose pour créer ou reproduire
Παραδείγματα
Les écrivains imitent le style des auteurs classiques pour apprendre.
Οι συγγραφείς μιμούνται το στυλ των κλασικών συγγραφέων για να μάθουν.



























