Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imiter
01
μιμούμαι, απομιμούμαι
reproduire le comportement , les actions ou le style de quelqu'un ou de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
imite
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
imitons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
imiterai
παθητική μετοχή
imité
α΄ πληθυντικό παρατατικού
imitions
Παραδείγματα
Les enfants aiment imiter leurs parents.
Τα παιδιά αγαπούν να μιμούνται τους γονείς τους.
02
μιμούμαι, αντιγράφω
copier pour tromper ou créer une ressemblance
Παραδείγματα
Ce peintre imite les œuvres célèbres pour apprendre.
Αυτός ο ζωγράφος μιμείται τα διάσημα έργα για να μάθει.
03
μιμούμαι, απομιμούμαι
s'inspirer de quelque chose pour créer ou reproduire
Παραδείγματα
Ce designer imite les techniques anciennes pour ses créations.
Μιμείται τις αρχαίες τεχνικές για τις δημιουργίες του.



























