l'illumination
i
i
ι
llu
ly
λυ
mi
mi
μι
na
na
να
tion
sjɔ̃
σγο

Ορισμός και σημασία του "illumination"στα γαλλικά

L'illumination
01

φωτισμός, φωταγώγηση

éclairage intense ou décoratif ; action de diffuser de la lumière 
l'illumination definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'illumination des rues coûte cher à la ville. 

Ο φωτισμός των δρόμων κοστίζει ακριβά στην πόλη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

illumination
illuminate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store