Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
identifier
01
αναγνωρίζω, προσδιορίζω
reconnaître ou déterminer l'identité de quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
identifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
identifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
identifierai
ενεστώτα μετοχή
identifiant
παθητική μετοχή
identifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
identifiions
Παραδείγματα
La police a identifié le suspect rapidement.
Η αστυνομία αναγνώρισε γρήγορα τον ύποπτο.
02
ταυτίζω
associé ou considéré comme identique à quelque chose d'autre
Παραδείγματα
On ne doit pas identifier la richesse au bonheur.
Δεν πρέπει να ταυτίζουμε τον πλούτο με την ευτυχία.
03
ταυτίζομαι με, αισθάνομαι κοντά σε
se sentir proche ou similaire à quelqu'un, s'associer à quelqu'un
Παραδείγματα
Elle s'identifie à sa mère dans beaucoup de choses.
Αυτή ταυτίζεται με τη μητέρα της σε πολλά πράγματα.



























