Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
identifier
01
αναγνωρίζω, προσδιορίζω
reconnaître ou déterminer l'identité de quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
identifie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
identifions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
identifierai
ενεστώτα μετοχή
identifiant
παθητική μετοχή
identifié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
identifiions
Παραδείγματα
Nous devons identifier les causes de cette panne.
Πρέπει να προσδιορίσουμε τις αιτίες αυτής της βλάβης.
02
ταυτίζω
associé ou considéré comme identique à quelque chose d'autre
Παραδείγματα
Elle a identifié cette couleur à celle de ses vêtements.
Εκείνη ταύτισε αυτό το χρώμα με αυτό των ρούχων της.
03
ταυτίζομαι με, αισθάνομαι κοντά σε
se sentir proche ou similaire à quelqu'un, s'associer à quelqu'un
Παραδείγματα
Tu dois apprendre à t' identifier aux autres pour mieux les comprendre.
Πρέπει να μάθεις να ταυτίζεσαι με τους άλλους για να τους καταλαβαίνεις καλύτερα.



























