Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hypnotiser
01
υπνωτίζω, γοητεύω
attirer totalement l'attention de quelqu'un au point de le fasciner
Παραδείγματα
Son regard semble hypnotiser l'homme.
Το βλέμμα του φαίνεται να υπνωτίζει τον άνδρα.
02
υπνωτίζω, βάζω σε κατάσταση ύπνωσης
plonger quelqu'un dans un état de conscience modifié pour influencer ses pensées ou ses perceptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
hypnotise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
hypnotisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
hypnotiserai
παθητική μετοχή
hypnotisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
hypnotisions
Παραδείγματα
Le thérapeute peut hypnotiser le patient pour le détendre.
Ο θεραπευτής μπορεί να υπνωτίσει τον ασθενή για να τον χαλαρώσει.



























