honteux
Pronunciation
/’ɔ̃tø/

Ορισμός και σημασία του "honteux"στα γαλλικά

01

ντροπαλός, ενοχλημένος

qui ressent de la honte ou du regret à cause de ses actions ou de sa situation
honteux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus honteux
συγκριτικός βαθμός
plus honteux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
honteux
αρσενικό πληθυντικό
honteux
θηλυκό ενικό
honteuse
θηλυκό πληθυντικό
honteuses
Παραδείγματα
Elle regardait honteuse les erreurs qu' elle avait faites.
Κοίταζε ντροπαλά τα λάθη που είχε κάνει.
02

επονείδιστος, αισχρός

qui cause de la honte ou qui est moralement répréhensible
honteux definition and meaning
Παραδείγματα
Il est honteux de mentir à ses proches.
Είναι ντροπιαστικό να λες ψέματα στους αγαπημένους σου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store