Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hockey
[gender: masculine]
01
χόκεϊ, χόκεϊ επί πάγου
sport collectif où deux équipes s'affrontent avec des crosses pour envoyer une balle ou un palet dans le but adverse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le hockey féminin gagne en popularité.
Το γυναικείο χόκεϊ κερδίζει δημοτικότητα.



























