Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hochet
[gender: masculine]
01
κουδουνάκι, κροταλίδα
petit jouet léger que l'on secoue et qui produit un bruit, destiné surtout aux bébés
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hochets
Παραδείγματα
Les hochets doivent être sûrs et faciles à nettoyer.
Τα κουδουνάκια πρέπει να είναι ασφαλή και εύκολα στον καθαρισμό.



























