holistique
ho
ɔ
aw
lis
lis
lis
tique
ˈtik
tik
anorexiquepériodiqueclassiquesdésertique

Ορισμός και σημασία του "holistique"στα γαλλικά

holistique
01

ολιστικός, ολοκληρωτικός

qui considère l'ensemble d'un être ou d'un système plutôt que seulement ses parties 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
holistique
αρσενικό πληθυντικό
holistiques
θηλυκό ενικό
holistique
θηλυκό πληθυντικό
holistiques
Παραδείγματα
La médecine holistique prend en compte le corps et l'esprit. 

Η ολιστική ιατρική λαμβάνει υπόψη το σώμα και το μυαλό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store