holistique
Pronunciation
/ɔlistˈik/

Ορισμός και σημασία του "holistique"στα γαλλικά

holistique
01

ολιστικός, ολοκληρωτικός

qui considère l'ensemble d'un être ou d'un système plutôt que seulement ses parties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
holistique
αρσενικό πληθυντικό
holistiques
θηλυκό ενικό
holistique
θηλυκό πληθυντικό
holistiques
Παραδείγματα
L' approche holistique inclut la prévention et la guérison.
Η ολιστική προσέγγιση περιλαμβάνει την πρόληψη και την ίαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store