Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hall
01
αίθουσα υποδοχής, χωλ
grand espace intérieur, généralement situé à l'entrée d'un bâtiment, servant de lieu d'accueil, de passage ou de distribution vers d'autres pièces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
halls
Παραδείγματα
Les visiteurs attendent dans le hall.
Οι επισκέπτες περιμένουν στο χωλ.
02
κύρια αίθουσα, χώρος υποδοχής
grand espace central d'un aéroport ou d'une gare, où se trouvent les zones d'accueil, de circulation, d'attente et parfois de contrôle
Παραδείγματα
Le hall de la gare est très animé aux heures de pointe.
Η αίθουσα του σταθμού είναι πολύ ζωντανή στις ώρες αιχμής.



























