Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hamac
01
κρεβάτι δίχτυ, κρεβάτι αιώρησης
toile ou filet suspendu entre deux points, utilisé pour se reposer ou dormir, souvent à l'extérieur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hamacs
Παραδείγματα
Il s'est endormi dans le hamac sous les arbres.
Αποκοιμήθηκε στην κούνια κάτω από τα δέντρα.



























