Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le hachoir
01
κρεομηχανή, κρεοτρίφτης
appareil ou outil permettant de hacher , réduire en petits morceaux ou broyer des aliments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hachoirs
Παραδείγματα
Il a mis la viande dans le hachoir pour préparer des steaks hachés.
Έβαλε το κρέας στον κρεομηχανή για να ετοιμάσει μπιφτέκια.
02
μαχαίρι κρεοπώλη, μαχαίρι κοπής
instrument tranchant utilisé pour couper, hacher ou découper (peu courant ou ancien)
Παραδείγματα
Le boucher a pris son hachoir pour découper la viande.
Ο χασάπης πήρε το τσεκούρι του χασάπη για να κόψει το κρέας.



























