Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gymnastique
01
γυμναστική, σωματικές ασκήσεις
activité physique ou sport consistant à faire des exercices avec souplesse et équilibre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gymnastiques
Παραδείγματα
Elle fait de la gymnastique tous les matins.
Κάνει γυμναστική κάθε πρωί.



























