la gymnastique
gym
ʒɪm
zhim
nas
nas
nas
tique
tɪk
tik

Ορισμός και σημασία του "gymnastique"στα γαλλικά

La gymnastique
01

γυμναστική, σωματικές ασκήσεις

activité physique ou sport consistant à faire des exercices avec souplesse et équilibre 
la gymnastique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gymnastiques
Παραδείγματα
Ma sœur fait de la gymnastique depuis cinq ans. 

Η αδερφή μου κάνει γυμναστική εδώ και πέντε χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store