le guichet
gui
gi
gi
chet
ʃɛ
she
pichet

Ορισμός και σημασία του "guichet"στα γαλλικά

01

παράθυρο εισιτηρίων, ταμείο εισιτηρίων

petite ouverture dans un mur ou un comptoir, servant à communiquer ou à effectuer des transactions 
le guichet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guichets
Παραδείγματα
Je vais acheter les billets au guichet. 

Θα αγοράσω τα εισιτήρια στο παράθυρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store