Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le guichet
01
παράθυρο εισιτηρίων, ταμείο εισιτηρίων
petite ouverture dans un mur ou un comptoir, servant à communiquer ou à effectuer des transactions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guichets
Παραδείγματα
Je vais acheter les billets au guichet.
Θα αγοράσω τα εισιτήρια στο παράθυρο.



























