Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La guitare
[gender: feminine]
01
κιθάρα, έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με το τσιμπάλισμα
instrument de musique à cordes que l'on joue en pinçant ou en grattant
Παραδείγματα
Mon ami m' a offert une guitare pour mon anniversaire.
Ο φίλος μου μου έδωσε μια κιθάρα για τα γενέθλιά μου.



























