Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La guitare
01
κιθάρα, έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με το τσιμπάλισμα
instrument de musique à cordes que l'on joue en pinçant ou en grattant
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guitares
Παραδείγματα
Elle joue de la guitare tous les soirs.
Παίζει κιθάρα κάθε βράδυ.



























