la guitare
Pronunciation
/gitaʀ/

Ορισμός και σημασία του "guitare"στα γαλλικά

La guitare
[gender: feminine]
01

κιθάρα, έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με το τσιμπάλισμα

instrument de musique à cordes que l'on joue en pinçant ou en grattant
la guitare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guitares
Παραδείγματα
Mon ami m' a offert une guitare pour mon anniversaire.
Ο φίλος μου μου έδωσε μια κιθάρα για τα γενέθλιά μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store