la guitare
gui
gi
γκι
tare
tɑ:ʁ
ταρ

Ορισμός και σημασία του "guitare"στα γαλλικά

01

κιθάρα, έγχορδο μουσικό όργανο που παίζεται με το τσιμπάλισμα

instrument de musique à cordes que l'on joue en pinçant ou en grattant 
la guitare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
guitares
Παραδείγματα
Elle joue de la guitare tous les soirs. 

Παίζει κιθάρα κάθε βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store