Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grêle
[gender: feminine]
01
χαλάζι, παγοβροχή
précipitation de petits morceaux de glace tombant du ciel
Παραδείγματα
Le toit est couvert de traces après la grêle.
Η στέγη είναι καλυμμένη με ίχνη μετά τη χαλάζι.
grêle
01
λεπτός, αδύνατος
très mince, fragile ou maigre
Παραδείγματα
Un grêle rayon de soleil traverse les nuages.
Μια λεπτή ακτίνα ηλίου διαπερνά τα σύννεφα.



























