grippé
grippé
gʁɪpe
gripe
bâclerfrimermigrerpalier

Ορισμός και σημασία του "grippé"στα γαλλικά

01

γριπωμένος, που έχει γρίπη

qui a attrapé la grippe 
grippé definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus grippé
συγκριτικός βαθμός
plus grippé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
grippé
αρσενικό πληθυντικό
grippés
θηλυκό ενικό
grippée
θηλυκό πληθυντικό
grippées
Παραδείγματα
Je me sens grippé depuis ce matin. 

Αισθάνομαι γριπωμένος από το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store