Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gouverner
01
κυβερνώ, διοικώ
diriger un pays ou un territoire, exercer le pouvoir politique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gouverne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gouvernons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gouvernerai
ενεστώτα μετοχή
gouvernant
παθητική μετοχή
gouverné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gouvernions
Παραδείγματα
Le président gouverne le pays avec l'aide du gouvernement.
Ο πρόεδρος κυβερνά τη χώρα με τη βοήθεια της κυβέρνησης.
02
καθοδηγώ, διευθύνω
diriger ou orienter une action, un groupe ou un projet
Παραδείγματα
Le capitaine gouverne le navire à travers la tempête.
Ο καπετάνιος κυβερνά το πλοίο μέσα από τη θύελλα.



























