Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gothique
01
γοτθικός, γοτθικός (αρχιτεκτονική)
style d'architecture médiéval caractérisé par les arcs brisés, les vitraux colorés et les grandes cathédrales
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gothique
αρσενικό πληθυντικό
gothiques
θηλυκό ενικό
gothique
θηλυκό πληθυντικό
gothiques
Παραδείγματα
La cathédrale Notre-Dame est un chef-d'œuvre gothique.
Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας των Παρισίων είναι ένα γοτθικό αριστούργημα.
02
γοτθικός
écriture anguleuse utilisée au Moyen Âge dans les manuscrits
Παραδείγματα
Le manuscrit est rédigé en écriture gothique.
Το χειρόγραφο είναι γραμμένο σε γοτθική γραφή.



























