gesticuler
gesticuler
ʒɛst͡sikyle
zhestsikyle
rediffuserferronnierredémarrerquadrupler

Ορισμός και σημασία του "gesticuler"στα γαλλικά

gesticuler
01

χειρονομώ, κάνω χειρονομίες

faire des mouvements vifs des bras et des mains en parlant 
gesticuler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gesticule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gesticulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gesticulerai
ενεστώτα μετοχή
gesticulant
παθητική μετοχή
gesticulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gesticulions
Παραδείγματα
Il gesticule beaucoup quand il est énervé. 

Χειρονομεί πολύ όταν είναι εκνευρισμένος.

02

σπασμώνω, τρέμω

faire des mouvements involontaires ou nerveux 
gesticuler definition and meaning
Παραδείγματα
Ses paupières gesticulent quand il ment. 

Τα βλέφαρά του σπασμώνουν όταν λέει ψέματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store