Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gesticuler
01
χειρονομώ, κάνω χειρονομίες
faire des mouvements vifs des bras et des mains en parlant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gesticule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gesticulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gesticulerai
ενεστώτα μετοχή
gesticulant
παθητική μετοχή
gesticulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gesticulions
Παραδείγματα
Il gesticule beaucoup quand il est énervé.
Χειρονομεί πολύ όταν είναι εκνευρισμένος.
02
σπασμώνω, τρέμω
faire des mouvements involontaires ou nerveux
Παραδείγματα
Ses paupières gesticulent quand il ment.
Τα βλέφαρά του σπασμώνουν όταν λέει ψέματα.



























