Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gesticuler
01
χειρονομώ, κάνω χειρονομίες
faire des mouvements vifs des bras et des mains en parlant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gesticule
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
gesticulons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gesticulerai
ενεστώτα μετοχή
gesticulant
παθητική μετοχή
gesticulé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
gesticulions
Παραδείγματα
Le policier gesticulait pour diriger la circulation.
Ο αστυνομικός χειρονομούσε για να κατευθύνει την κυκλοφορία.
02
σπασμώνω, τρέμω
faire des mouvements involontaires ou nerveux
Παραδείγματα
Je sens ma jambe gesticuler pendant mon sommeil.
Αισθάνομαι το πόδι μου να σπασμωδικά κινείται κατά τη διάρκεια του ύπνου μου.



























