Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gentil
01
καλός, ευγενικός
qui est doux, aimable et attentionné
Παραδείγματα
Le vieux monsieur est gentil avec tout le monde.
Ο ηλικιωμένος κύριος είναι ευγενικός με όλους.
02
χαριτωμένος, ευχάριστος
qui est joli, agréable à voir
Παραδείγματα
Son expression gentille fait plaisir à voir.
Η ευγενική έκφρασή του/της είναι ευχάριστη να βλέπει κανείς.
03
ευγενικός, ευγενής
qui agit avec respect et bonne manière
Παραδείγματα
Un gentil garçon ouvre la porte aux dames.
Ένα ευγενικό αγόρι ανοίγει την πόρτα για τις κυρίες.
04
αποδεκτός, κατάλληλος
qui peut être accepté, convenable
Παραδείγματα
Cette réponse est gentille mais pas parfaite.
Αυτή η απάντηση είναι αποδεκτή αλλά όχι τέλεια.



























