le genou
ge
ʒə
zhē
nou
nu
noo

Ορισμός και σημασία του "genou"στα γαλλικά

01

γόνατο, άρθρωση του ποδιού

articulation centrale des membres inférieurs reliant la cuisse à la jambe 
le genou definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
genoux
Παραδείγματα
Il s'est mis à genoux pour demander en mariage. 

Γονάτισε για να κάνει πρόταση γάμου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store