Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garer
01
παρκάρω, σταθμεύω
stationner un véhicule à un endroit temporairement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
garons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
garerai
ενεστώτα μετοχή
garant
παθητική μετοχή
garé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
garions
Παραδείγματα
Je dois garer ma voiture devant l'immeuble.
Πρέπει να παρκάρω το αυτοκίνητό μου μπροστά από το κτίριο.



























