Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La garde à vue
01
αστυνομική κράτηση, αστυνομική προφύλαξη
mesure par laquelle une personne suspectée est retenue par la police pour interrogatoire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
garde à vue
Παραδείγματα
Le suspect est en garde à vue depuis ce matin.
Ο ύποπτος βρίσκεται υπό αστυνομική κράτηση από σήμερα το πρωί.



























