le fumeur
fu
fy
fy
meur
mœʁ
moer
fureurfumer

Ορισμός και σημασία του "fumeur"στα γαλλικά

01

καπνιστής, ατομο που καπνίζει

personne qui fume du tabac ou d'autres substances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fumeurs
αρσενικό ενικό
fumeur
θηλυκό ενικό
fumeuse
neutral form
personne qui fume
Παραδείγματα
Le fumeur doit sortir pour allumer sa cigarette. 

Ο καπνιστής πρέπει να βγει έξω για να ανάψει το τσιγάρο του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store