le frisson
frisson
fʁisɔ̃
frisaw

Ορισμός και σημασία του "frisson"στα γαλλικά

01

ρίγος, τρόμος

léger tremblement causé par le froid, la peur ou une émotion forte 
le frisson definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
frissons
Παραδείγματα
Un frisson lui parcourut le dos quand elle entra dans la maison hantée. 

Ένα ρίγος της τρέχει στην πλάτη όταν μπήκε στο στοιχειωμένο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store