Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le frisson
01
ρίγος, τρόμος
léger tremblement causé par le froid, la peur ou une émotion forte
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
frissons
Παραδείγματα
Un frisson lui parcourut le dos quand elle entra dans la maison hantée.
Ένα ρίγος της τρέχει στην πλάτη όταν μπήκε στο στοιχειωμένο σπίτι.



























