freiner
Pronunciation
/fʀene/

Ορισμός και σημασία του "freiner"στα γαλλικά

freiner
01

φρενάρω, σταματώ

ralentir ou arrêter un véhicule en utilisant les freins
freiner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
freine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
freinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
freinerai
ενεστώτα μετοχή
freinant
παθητική μετοχή
freiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
freinions
Παραδείγματα
Les voitures freinent au feu rouge.
Τα αυτοκίνητα φρενάρουν στο κόκκινο φανάρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store