Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freiner
01
φρενάρω, σταματώ
ralentir ou arrêter un véhicule en utilisant les freins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
freine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
freinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
freinerai
ενεστώτα μετοχή
freinant
παθητική μετοχή
freiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
freinions
Παραδείγματα
Les voitures freinent au feu rouge.
Τα αυτοκίνητα φρενάρουν στο κόκκινο φανάρι.
02
empêcher ou ralentir quelqu'un dans son action en le faisant hésiter ou renoncer
Παραδείγματα
Cette mauvaise expérience l' a freiné dans ses choix professionnels.



























