Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
freiner
01
φρενάρω, σταματώ
ralentir ou arrêter un véhicule en utilisant les freins
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
freine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
freinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
freinerai
ενεστώτα μετοχή
freinant
παθητική μετοχή
freiné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
freinions
Παραδείγματα
Les voitures freinent au feu rouge.
Τα αυτοκίνητα φρενάρουν στο κόκκινο φανάρι.



























