français
franç
fʁã
fran
ais
se
franglaisfrançois

Ορισμός και σημασία του "français"στα γαλλικά

01

γαλλικός, γαλλική

relatif au pays, à la culture ou à la langue de la France 
français definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
français
αρσενικό πληθυντικό
français
θηλυκό ενικό
française
θηλυκό πληθυντικό
françaises
Παραδείγματα
Le fromage français est très célèbre. 
01

γαλλικά, γαλλική γλώσσα

langue parlée en France et dans plusieurs autres pays 
le français definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le français est une langue romane. 

Γαλλικά είναι μια ρομανική γλώσσα.

02

Γάλλος

personne originaire de la France 
Παραδείγματα
Un Français vit à Paris. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store