le fouet
fouet
fwe
fve
fluetforet

Ορισμός και σημασία του "fouet"στα γαλλικά

01

μαστίγιο, βούρδουλας

instrument fait de lanières pour frapper ou diriger les animaux 
le fouet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fouets
Παραδείγματα
Le dompteur tient son fouet pendant le spectacle. 

Ο δαμαστής κρατάει το μαστίγιο του κατά τη διάρκεια της παράστασης.

02

αναδευτήρας, βουρτσίνα

outil de cuisine manuel pour mélanger ou battre des ingrédients 
le fouet definition and meaning
Παραδείγματα
J'utilise un fouet pour mélanger la pâte à crêpes. 

Χρησιμοποιώ ένα αναδευτήρα για να ανακατέψω τη ζύμη για τις κρέπες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store