Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formidable
01
εντυπωσιακός, εξαιρετικός
qui est très impressionnant, excellent ou extraordinaire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus formidable
συγκριτικός βαθμός
plus formidable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
formidable
αρσενικό πληθυντικό
formidables
θηλυκό ενικό
formidable
θηλυκό πληθυντικό
formidables
Παραδείγματα
C' est formidable de te revoir après si longtemps.
Είναι θαυμάσιο να σε ξαναδώ μετά από τόσο καιρό.
02
εξαιρετικός, τεράστιος
qui est très intense ou impressionnant par sa quantité ou son degré
Παραδείγματα
Il y avait une formidable foule au concert.
Υπήρχε ένας τεράστιος όχλος στο συναυλία.
03
φοβερός, εντυπωσιακός
qui inspire la peur ou le respect par sa force ou sa grandeur
Παραδείγματα
Le général avait une réputation formidable.
Ο στρατηγός είχε φοβερή φήμη.
Λεξικό Δέντρο
formidable
formid



























