Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le folk
01
φόλκ, μουσική φόλκ
genre musical qui met en valeur les traditions locales ou populaires, souvent avec des instruments acoustiques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
J'écoute du folk quand je me détends.
Ακούω folk όταν χαλαρώνω.
folk
01
qui est lié à la musique, aux traditions ou à la culture populaire locale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
folk
αρσενικό πληθυντικό
folk
θηλυκό ενικό
folk
θηλυκό πληθυντικό
folk
Παραδείγματα
Elle aime les chansons folk américaines.



























