flâner
Pronunciation
/flɑne/

Ορισμός και σημασία του "flâner"στα γαλλικά

flâner
01

περιπατώ, βόλτα κάνω

se promener sans but précis, en prenant son temps
flâner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
flâne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
flânons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
flânerai
ενεστώτα μετοχή
flânant
παθητική μετοχή
flâné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
flânions
Παραδείγματα
Il flânait les mains dans les poches.
Περπατούσε άσκοπα με τα χέρια στις τσέπες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store