Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flâner
01
περιπατώ, βόλτα κάνω
se promener sans but précis, en prenant son temps
Παραδείγματα
Il flânait les mains dans les poches.
Περπατούσε άσκοπα με τα χέρια στις τσέπες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
περιπατώ, βόλτα κάνω