Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
flâner
01
περιπατώ, βόλτα κάνω
se promener sans but précis, en prenant son temps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
flâne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
flânons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
flânerai
ενεστώτα μετοχή
flânant
παθητική μετοχή
flâné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
flânions
Παραδείγματα
Il flânait les mains dans les poches.
Περπατούσε άσκοπα με τα χέρια στις τσέπες.



























