flou
flou
flu
floo
filou

Ορισμός και σημασία του "flou"στα γαλλικά

01

θολός, ασαφής

qui n'est pas net ou précis, difficile à voir ou à comprendre 
flou definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus flou
συγκριτικός βαθμός
plus flou
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
flou
αρσενικό πληθυντικό
flous
θηλυκό ενικό
floue
θηλυκό πληθυντικό
floues
Παραδείγματα
La photo est floue à cause du mouvement. 

Η φωτογραφία είναι θολή λόγω της κίνησης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store