la fleur
fleur
flœʁ
φλœρ
fileur

Ορισμός και σημασία του "fleur"στα γαλλικά

01

λουλούδι, άνθιση

partie colorée et parfumée d'une plante, souvent utilisée pour la décoration ou offerte en cadeau 
la fleur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fleurs
Παραδείγματα
Cette fleur sent très bon. 

Αυτό το λουλούδι μυρίζει πολύ ωραία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store