Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La fiche
01
φόρμα, καρτέλα
un petit papier servant à noter ou conserver des informations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
fiches
Παραδείγματα
La fiche aide à organiser les données.
Η κάρτα βοηθά στην οργάνωση των δεδομένων.
02
βύσμα, πρίζα
pièce métallique ou plastique qui se branche dans une prise pour établir un contact électrique
Παραδείγματα
Les fiches électriques doivent respecter les normes de sécurité.
Οι ηλεκτρικές βύσματα πρέπει να τηρούν τα πρότυπα ασφαλείας.



























